Το τελευταίο Σαββατοκύριακο πριν το Άγιο Πάσχα!

Σάββατο του Λαζάρου
Αυτή τη μέρα η εκκλησία μας γιορτάζει την Ανάσταση του φίλου του Χριστού το Λάζαρο. Το όνομα του οποίου είναι εξελληνισμένος τύπος του εβραϊκού ονόματος Ελεάζαρ.


Απολυτίκιο από την Ακολουθία σε μετάφραση:
Θέλοντας Χριστέ και Θεέ μας να δείξεις, προ της σταυρικής Σου Θυσίας, ότι είναι βέβαιο πράγμα η ανάσταση όλων των νεκρών, ανέστησες εκ νεκρών το Λάζαρο.
Για τούτο και εμείς, μιμούμενοι τα παιδιά που σε υποδέχθηκαν κατά την είσοδό Σου στην Ιερουσαλήμ, κρατούμε στα χέρια μας τα σύμβολα της νίκης, τα βάϊα και βοώμε προς Εσένα, το νικητή του θανάτου:
Βοήθησέ μας και σώσε μας, Συ που ως Θεός κατοικείς στα ύψιστα μέρη του ουρανού, ας είσαι ευλογημένος Συ, που έρχεσαι απεσταλμένος από τον Κύριο!
Ο Λάζαρος, ο επονομαζόμενος Δίκαιος και Τετραήμερος, ήταν αδελφός της Μάρθας και της Μαρίας, που άλειψε με μύρο τα πόδια του Ιησού λίγες ημέρες πριν από τη σταύρωση και στη συνέχεια τα σκούπισε με τα μαλλιά της, με τις οποίες ζούσε στη Βηθανία, κοντά στα Ιεροσόλυμα. Στο σπίτι τους είχε φιλοξενηθεί επανειλημμένα ο Χριστός, όταν περνούσε από την περιοχή, με κατεύθυνση προς την Ιερουσαλήμ.
Κατά την Καινή Διαθήκη (Ιωάννου ια’ 1-44), μια μέρα ο Λάζαρος αρρώστησε βαριά και πέθανε. Οι αδελφές του ειδοποίησαν τον Ιησού, ο οποίος βρισκόταν στη Γαλιλαία, ότι ο φίλος του ασθενεί βαρέως. Ο Κύριος όμως καθυστέρησε επίτηδες να έλθει. Στους μαθητές του είπε ότι ο φίλος του κοιμήθηκε και ότι θα μεταβεί στη Βηθανία για να τον ξυπνήσει. Φθάνοντας εκεί με τους μαθητές του, η Μαρία του παραπονέθηκε ότι αν ερχόταν εγκαίρως δεν θα πέθαινε ο αδελφός της. Αφού τις παρηγόρησε ζήτησε να δει το τάφο του.
Όταν έφθασε στο μνημείο ο Ιησούς, δάκρυσε και διέταξε να βγάλουν την ταφόπλακα. Τότε ύψωσε τα μάτια του στον ουρανό, ευχαρίστησε το Θεό και Πατέρα και με μεγάλη φωνή είπε: «Λάζαρε δεύρο έξω!» (= Λάζαρε, βγες έξω). Αμέσως βγήκε έξω τυλιγμένος με τα σάβανα ο τετραήμερος νεκρός μπροστά στο πλήθος που παρακολουθούσε και ο Ιησούς ζήτησε να του λύσουν τα σάβανα και να πάει σπίτι του. Η Ανάσταση του Λαζάρου επέτεινε το μίσος των Εβραίων που μόλις την έμαθαν ζήτησαν να σκοτώσουν το Λάζαρο και το Χριστό.
Η αρχαία παράδοση λέει ότι τότε ο Λάζαρος ήταν 30 χρονών και έζησε άλλα 30 χρόνια. Ο Λάζαρος μετά την ανάστασή του θέλοντας να αποφύγει το μίσος των αρχιερέων κατέφυγε στο Κίτιο της Κύπρου, όπου χειροτονήθηκε από τον Παύλο και το Βαρνάβα πρώτος επίσκοπος Κιτίου. Εκεί τελείωσε τον επίγειο βίο του, το έτος 63 μ.Χ. και ο τάφος του στην πόλη των Κιτιέων έγραφε στην εβραϊκή γλώσσα: «Λάζαρος ο τετραήμερος και φίλος του Χριστού». Το έτος 890 μ.Χ. μετακομίσθηκε το ιερό λείψανό του στην Κωνσταντινούπολη από τον αυτοκράτορα Λέοντα το Σοφό, ο οποίος συνέθεσε τα ιδιόμελα στον εσπερινό του Λαζάρου: Κύριε, Λαζάρου θέλων τάφον ιδείν, […].
Χαρακτηριστικό της μετέπειτα ζωής του Λαζάρου ήταν ότι ο φόβος και ο τρόμος για όσα γνώρισε στον άλλο κόσμο άφησαν τόσο βαθιά σημάδια στην ψυχή του, που η παράδοση λέει ότι μετά την Ανάσταση του δε γέλασε παρά μόνο μια φορά. Όταν είδε κάποιον χωρικό στο παζάρι να κλέβει μια στάμνα και να φεύγει κρυφά. «Βρε τον ταλαίπωρο, είπε. Για ιδές τον πώς φεύγει με το κλεμμένο σταμνί. Ξεχνάει ότι κι αυτός είναι ένα κομμάτι χώμα, όπως και το σταμνί. Το ‘να χώμα κλέβει τ’ άλλο. Μα δεν είναι να γελούν οι πικραμένοι;» και χαμογέλασε.
O Λάζαρος είναι μια μορφή που εμπνέει σεβασμό στον ελληνικό λαό, γι’ αυτό και την «Έγερση» του φίλου του Χριστού, του «αγέλαστου» Λάζαρου την έχει περιβάλει με όμορφα έθιμα γιορτάζοντας έτσι την πρώτη Λαμπρή. Αυτή τη μέρα, παραδοσιακά οι ερημίτες εγκαταλείπουν τις σκήτες τους και επιστρέφουν στο μοναστήρι για τη Μεγάλη Εβδομάδα. Αυτή τη μέρα δε γίνονται μνημόσυνα με κόλλυβα, σε ανάγκη μόνο απλό Τρισάγιο.
Το Σάββατο του Λαζάρου θεωρείται μέρα του θανάτου και της ζωής. Σε κάποια χωριά μάλιστα οι αγρότες δε μαζεύουν ούτε τη σοδιά τους, γιατί θεωρούν ότι οι καρποί της θα φέρουν το κακό ή το θάνατο. Κανένας γεωργός δεν πήγαινε στο χωράφι του να εργαστεί, καθώς πίστευαν πως ό,τι έπιαναν θα μαραινόταν. Η μόνη γεωργική εργασία που πραγματοποιούνταν ήταν η συγκέντρωση ξερών κλαδιών για το άναμμα των φούρνων τη Μεγάλη Εβδομάδα για το ψήσιμο των κουλουριών.
Για την ψυχή του Λάζαρου οι γυναίκες ζύμωναν ανήμερα το πρωί ειδικά κουλουράκια, τους «λαζάρηδες», τα «λαζαρούδια» ή και «λαζαράκια». «Λάζαρο αν δεν πλάσεις, ψωμί δεν θα χορτάσεις» έλεγαν, μια και ο αναστημένος φίλος του Χριστού πίστευαν πως είχε παραγγείλει: «Όποιος ζυμώσει και δε με πλάσει, το φαρμάκι μου να πάρει…». Αυτά τα κουλουράκια είναι σαν ψωμάκια που μοιάζουν με σαβανωμένο άνθρωπο και συμβολίζουν την ανάσταση. Είναι νηστίσιμα και ελαφρώς γλυκά. Νοστιμίζουν με σταφίδες, κανέλα, γαρύφαλλα αλλά και γλυκάνισο.
Τα λαζαρίτικα είναι ειδικά κάλαντα για την ημέρα, που τραγουδούν μόνο κορίτσια, οι λεγόμενες «Λαζαρίνες». Στα περισσότερα μέρη της Ελλάδας για να απεικονίσουν την Ανάσταση του Λάζαρου, να συμβολίσουν δηλαδή τη Νίκη του Χριστού απέναντι στο θάνατο, αλλά παράλληλα και για να υποδηλώσουν την ανάσταση της φύσης, φτιάχνουν ένα ομοίωμα του Λάζαρου. Σε άλλες περιοχές ωστόσο τη θέση του ομοιώματος παίρνουν ένα καλάθι στολισμένο με λουλούδια και με πολύχρωμες κορδέλες. Την παραμονή της γιορτής, οι Λαζαρίνες ξεχύνονταν στα χωράφια, έξω από τα χωριά για να συλλέξουν άνθη που με αυτά θα στόλιζαν τα καλαθάκια τους. Την άλλη μέρα ντυμένες με τοπικές ενδυμασίες γύριζαν από σπίτι σε σπίτι τραγουδώντας το Λάζαρο και εισέπρατταν μικρό φιλοδώρημα, χρήματα, αυγά, φρούτα ή άλλα φαγώσιμα. Όταν ήθελαν για κάποιον να πούνε πως ήταν τσιγκούνης έλεγαν: «Ποτέ του αυγό δεν έδωσε, ούτε τ’ Αγίου Λαζάρου!». Τα αυγά που συγκέντρωναν οι Λαζαρίνες, οι μητέρες τους τα έβαφαν κόκκινα και τα κρατούσαν σε ξεχωριστό μέρος. Όταν ήθελαν να περιποιηθούν έναν επισκέπτη από αυτά τα αυγά του έδιναν, του Λαζάρου.
Τέλος, ο Λάζαρος έχει εμπνεύσει τη λαϊκή φαντασία. Γνωστές είναι οι παροιμίες, «Με τη φωνή και ο Λάζαρος», «Ξαναζωντάνεψε σαν τον Λάζαρο», «Κέρινος σαν τον Λάζαρο». Γενικά, η προσωνυμία «Λάζαρος» δίδεται μεταφορικά σε άτομα που σώθηκαν ανέλπιστα από βέβαιο θάνατο, σε άτομα που θεωρούνταν χαμένα και ξαφνικά επέστρεψαν και σε ανθρώπους καχεκτικούς ή διαρκώς κατηφείς.


Κυριακή των Βαΐων
Αυτή τη μέρα σύμφωνα με το χριστιανικό εορτολόγιο, ο λαός μας γιορτάζει με ιδιαίτερη λαμπρότητα την είσοδο του Ιησού στα Ιεροσόλυμα. Εκεί οι Ιουδαίοι τον υποδέχθηκαν κρατώντας βάγια (= κλαδιά φοινίκων) και απλώνοντας στο έδαφος τα ρούχα τους ζητωκραυγάζοντας «Ωσαννά, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου».

Η Εκκλησία μας ψάλλει:

Αφού ταφήκαμε μαζί με Σενα, Χριστέ και Θεέ μας, με το βάπτισμά μας (το οποίο είναι τύπος του θανάτου Σου και της ταφής Σου), αξιωθήκαμε με την ανάστασή Σου να εισέλθουμε στην αθάνατη ζωή της Βασιλείας Σου. Γι’ αυτό Σε υμνούμε, φωνάζουμε: Βοήθησέ μας και σώσε μας, Εσύ, που ως Θεός κατοικείς στα ύψιστα μέρη του Ουρανού. Ας είσαι ευλογημένος Εσύ, που έρχεσαι απεσταλμένος από τον Κύριο!

Αυτή την Κυριακή εορτάζεται η λαμπρή και ένδοξη πανήγυρη της εισόδου Του στα Ιεροσόλυμα. Ερχόμενος ο Ιησούς από τη Βηθανία στα Ιεροσόλυμα, έστειλε δύο από τους μαθητές του και του έφεραν ένα ονάριο (= μικρό γάιδαρο) και αφού κάθισε πάνω του μπήκαν στη πόλη. Ο λαός μόλις άκουσε ότι έρχεται ο Ιησούς (είχαν μάθει και τα περί αναστάσεως του Λαζάρου) έλαβαν στα χέρια τους βάγια από φοίνικες και πήγαν να τον προϋπαντήσουν. Άλλοι με τα ρούχα τους, άλλοι έκοβαν κλαδιά από τα δένδρα και τα έστρωναν στο δρόμο όπου διερχόταν ο Κύριος και τον ακολουθούσαν. Ακόμα και τα νήπια τον προϋπάντησαν και όλοι μαζί φώναζαν «Ωσαννά, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου, ο βασιλεύς του Ισραήλ» (Ιωαν.ιε΄).
Κατά τους πρώτους αιώνες του Χριστιανισμού η εορτή της ανάμνησης αυτής τελούταν μαζί με την ανάσταση του Λαζάρου. Αργότερα η ανάσταση του Λαζάρου, μετατέθηκε κατά μία ημέρα πριν, το λεγόμενο Σάββατο του Λαζάρου. Γι’ αυτό και καθιερώθηκε να ονομάζεται Κυριακή των Βαΐων ή Κυριακή του Λαζάρου ή Κυριακή Βαϊοφόρος.
Αυτή η Κυριακή, τόσο στην ορθόδοξη όσο και στην καθολική εκκλησία, σηματοδοτεί την αρχή της εβδομάδας των Αγίων Παθών. Η παραπάνω ανάμνηση τιμάται ιδιαίτερα με εξέχουσα υμνολογία και μεγαλοπρεπή λειτουργία, στο τέλος της οποίας διανέμονται βάγια που έχουν προηγουμένως ευλογηθεί κατά την ακολουθία του όρθρου.
Χαρακτηριστικό έθιμο της ημέρας είναι ο στολισμός των εκκλησιών με βάγια, φοίνικες, δάφνες, ιτιές, μυρτιές και ελιές, δηλαδή νικητήρια φυτά, ενώ μετά την τέλεση της λειτουργίας ο παπάς ευλογεί και δίνει στους πιστούς σταυρούς από βάγια, τους οποίους βάζουμε στα εικονίσματα ή όπου αλλού χρειαζόμαστε προστασία. Τα βάγια τα έπλεκαν σε πάρα πολλά σχέδια, όπως φεγγάρια, πλοία, γαϊδουράκια, το πιο συνηθισμένο όμως ήταν ο σταυρός. Σε μερικά μέρη όμως τους δίνουν σε σχήμα ψαριού. Το ψάρι είχαν σαν σημάδι αναγνώρισης οι πρώτοι χριστιανοί, η λέξη ΙΧΘΥΣ, εξάλλου, προέρχεται από τα αρχικά Ιησούς Χριστός Θεού Υιός Σωτήρ. Ακολουθούν διάφορα έθιμα από όλη τη χώρα.
Στη Θράκη συνηθίζονται τα «βαγιοχτυπήματα». Ξεκίνησαν αρχικά με τις νιόπαντρες γυναίκες να αλληλοχτυπιούνται με τα βάγια καθώς πίστευαν ότι η γονιμοποιός δύναμη των φυτών αυτών θα μεταφερόταν και στις ίδιες. Οι γυναίκες χτυπούν με βάγια τις έγκυες για να λευτερωθούν πιο εύκολα. Ο λαός αποδίδει γονιμοποιό δύναμη στα βάγια. Επίσης σε άλλα χωριά τα κορίτσια έκαναν στεφάνια από βάγια, που τους έδινε ο παπάς στην εκκλησία, και τα έριχναν στο ρέμα. Όποιας το στεφάνι έφτανε πρώτο στη ρεματιά φίλευε τις υπόλοιπες στο σπίτι της και διασκέδαζαν με χορό και τραγούδια.
Στην Τήνο, τα παιδιά τριγύριζαν στους δρόμους κρατώντας μαζί με το στεφάνι τους την «αργινάρα», μια ξύλινη ή και σιδερένια ροκάνα που τη στριφογύριζαν με δύναμη. Όταν έφταναν στη θάλασσα πετούσαν στο στεφάνι στο νερό.
Στη Λέσβο τα παιδιά χωρισμένα σε ομάδες, μετά την εκκλησία, στόλιζαν ένα δεμάτι από κλαδιά δάφνης με κόκκινα ή πράσινα κομματάκια από ύφασμα (ή αλλιώς βαλάντια), κρεμούσαν κι ένα κουδούνι. Τα παιδιά περνούν από κάθε σπίτι ψάλλοντας την καινήν Ανάσταση. Οι κάτοικοι βγαίνουν από τα σπίτια τους και παίρνουν ένα κλαδάκι από τα βάγια και ένα κομμάτι ύφασμα. Σαν αντάλλαγμα δίνουν στα παιδιά αυγά και τον οβολό τους.
Στην Κέρκυρα ο εορτασμός αυτής της μέρας έχει ξεχωριστή σημασία καθώς μέχρι και σήμερα αυτή τη μέρα πραγματοποιείται η λιτανεία του Αγίου Σπυρίδωνα, του προστάτη του νησιού . Αυτή η μέρα είναι πολύ σημαντική για το νησί, καθώς θεωρείται ότι είναι η μέρα όπου σταμάτησε ολοσχερώς η Πανώλη, από την οποία κινδύνευσε ο πληθυσμός του νησιού.
Στο Μεσολόγγι, αυτή η Κυριακή γιορτάζεται με έναν διαφορετικό τρόπο καθώς ταυτίζεται με την Έξοδο του Μεσολογγίου που πραγματοποιήθηκε την Κυριακή των Βαΐων το 1826. Έτσι, στο Μεσολόγγι υπάρχει μια πληθώρα εκδηλώσεων για τους αγωνιστές που έπεσαν στην ηρωική Έξοδο, οι οποίες γίνονται στον Κήπο των Ηρώων αλλά και σε άλλα μέρη της πόλης.
Στη Σκόπελο το έθιμο έχει να κάνει με τις αρραβωνιασμένες κοπέλες και τις πεθερές τους. Οι πεθερές έπαιρναν βάγια από την εκκλησία και αφού τα χρύσωναν και τα έδεναν φιόγκο με μια άσπρη κορδέλα κρεμούσαν σε αυτά ένα φλουρί όπου έγραφαν πάνω το όνομα της κοπέλας. Τέλος το έδιναν στο παπά για να της το δώσει.
Αναφορικά με τη νηστεία αυτής της ημέρας… Αν και είναι ακόμα σαρακοστή, η εκκλησία επιτρέπει την κατανάλωση ψαριού. Στο ζήτημα αυτό υπάρχει μια διαφοροποίηση. Η γνώμη του Θεόδωρου Στουδίτη είναι ότι την Κυριακή των Βαΐων «τρώγεται ψάρι», επειδή θεωρείται Δεσποτική εορτή. Για τον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη μόνο μία ημέρα της Μεγάλης Σαρακοστής τρώγεται ψάρι, την ημέρα του Ευαγγελισμού. Είναι χαρακτηριστική η θέση των Aποστολικών Διαταγών όταν λένε: «Μετά από αυτές (δηλαδή τις εορτές των Χριστουγέννων και των Θεοφανείων), να τηρείται τη νηστεία της Τεσσαρακοστής, η οποία περιλαμβάνει ανάμνηση της ζωής του Κυρίου και της νομοθεσίας. Να κρατιέται αυτή η νηστεία πριν από το Πάσχα, αρχίζοντας από τη Δευτέρα και συμπληρούμενη την Παρασκευή. Μετά από αυτές αφού σταματήσετε τη νηστεία, να αρχίζετε την Αγία εβδομάδα του Πάσχα, νηστεύοντες κατ’ αυτήν όλοι με φόβο…» Είναι ενδεικτικοί οι όροι «αφού σταματήσετε τη νηστεία» και «να αρχίζετε», οι οποίες δείχνουν ότι μια νηστεία τελειώνει και μία άλλη αρχίζει. Αυτή που τελειώνει είναι η νηστεία της Μεγάλης Σαρακοστής και αυτή που αρχίζει είναι η νηστεία της Μεγάλης Εβδομάδας. Άρα, η εορτή αυτή βρίσκεται ανεξάρτητα ανάμεσα σε δύο νηστείες. Η θέση της λοιπόν δίνει το δικαίωμα να ομιλούν περί καταλύσεως κατ’ αυτήν την ημέρα ψαριού. Έτσι και το παιδικό τραγούδι ήταν: «Βάγια, Βάγια των βαγιών, τρώνε ψάρι και κολιό, κι ως την άλλη Κυριακή με το κόκκινο αυγό!».

Πηγή: Από την εφημερίδα του 1ου Συστήματος Προσκόπων Ηράκλειας Σερρών