«Μια διαφορετική ιστορία για τον αγαπημένο Άγιο»

Κάποτε σε μια μεγαλούπολη ζούσε ευτυχισμένο με την οικογένεια του ένα αγοράκι σε ένα ωραίο και μεγάλο σπίτι. Όλα κυλούσαν όμορφα και ο μικρός Βασίλης έπαιζε χαρούμενος με τα παιχνίδια που του αγόραζαν οι γονείς του.

Γράφει η Βαγγαία Ελένη

Την Παραμονή της Πρωτοχρονιάς οι γονείς του πήγαν το μικρούλη σε ένα μεγάλο παιχνιδάδικο για να του αγοράσουν δώρα για τη νέα χρόνια! Βγαίνοντας από το παιχνιδάδικο ο Βασίλης είδε ένα αγοράκι περίπου στην ηλικία του ντυμένο με παλιόρουχα κρατώντας ένα καπέλο και παρακαλώντας τον κόσμο για λίγα νομίσματα.

Τότε ο μικρός στεναχωρημένος ρώτησε τους γονείς του…

– Μαμά, μπαμπά γιατί το παιδάκι φοράει αυτά τα ρούχα και ζητάει τη βοήθειά μας;

– Αγοράκι μου δυστυχώς πολλά παιδάκια είναι φτωχά και αναγκάζονται να παρακαλούν τους περαστικούς για να καταφέρουν να επιβιώσουν… Απάντησε η μαμά του, μη ξέροντας τι άλλο να του πει.

– Μαμά μπορώ να χαρίσω τα καινούρια μου παιχνίδια σ’ αυτά τα παιδάκια; Ρώτησε ο μικρός Βασίλης.

– Φυσικά γλυκέ μου αν αυτό θες μπορείς να το κάνεις! Απάντησε η μαμά του.

– Μπαμπά μήπως μπορούμε να τους φέρουμε φαγητό και μερικά ζεστά ρούχα; Συμπλήρωσε ο μικρός.

– Θα κάνουμε ό,τι καλύτερο μπορούμε αγόρι μου! Υποσχέθηκε ο πατέρας.

Περνώντας ο καιρός ο Βασίλης δεν ξέχασε ούτε στιγμή αυτή την εικόνα, έτσι όλο το χρόνο ετοίμαζε μια λίστα με όλα τα παιδάκια που είχαν ανάγκη και την παραμονή της πρωτοχρονιάς ζητούσε από τους γονείς του αντί δώρα για τον ίδιο, παιχνίδια, ρούχα και φαγητό γι’ αυτά τα παιδιά.

Κάποτε ο Βασίλης μεγάλωσε και έκανε δική του οικογένεια, όμως δεν σταμάτησε να βοηθά τα παιδιά που τον είχαν ανάγκη, βέβαια η λίστα ολοένα και μεγάλωνε! Έτσι μια μέρα η γυναίκα του, του ζήτησε να μιλήσουν…

– Βασίλη μου, αυτή η βοήθεια που προσφέρεις στα παιδάκια που το έχουν ανάγκη είναι πολύ καλή πράξη, όμως είναι τόσα πολλά πια, που για να συγκεντρώνουμε τα παιχνίδια, τα ρούχα και να μαγειρεύουμε τα γεύματα χρειαζόμαστε πολύ χώρο!

– Χμ… Έχεις δίκιο γλυκιά μου τι λες να κάνουμε; Να βρούμε κάποιο χώρο και να γίνεται εκεί η προετοιμασία;

– Ναι! Θα σου πρότεινα να φτιάξουμε ένα μεγάλο εργαστήρι και νομίζω πως θα χρειαστούμε μερικούς βοηθούς!

Λίγο καιρό αργότερα και πριν τα Χριστούγεννα το εργαστήρι ήταν έτοιμο! Όταν η γυναίκα του Βασίλη μπήκε μέσα είδε πολλά χαμογελαστά πλασματάκια με μυτερά αυτάκια και όμορφες πρασινοκόκκινες στολές να εργάζονται πυρετωδώς τραγουδώντας χριστουγεννιάτικα τραγούδια τότε είπε…

– Βασίλη μου νομίζω πως θα έπρεπε να σου φτιάξω κι εσένα μια στολή!

– Πολύ ωραία ιδέα γλυκιά μου! Μήπως έχεις ετοιμάσει τα πεντανόστιμα γλυκά σου να κεράσουμε τους μικρούς μας φίλους;

– Ναι Βασίλη μου πάω αμέσως να τα φέρω!

Αφού έφερε τα γλυκά έφαγαν όλοι μαζί και συνέχισαν τη δουλειά τους. Λίγες ώρες αργότερα η στολή ήταν έτοιμη! Η γυναίκα του τον φώναξε να τη δοκιμάσει, ο Βασίλης ενθουσιάστηκε με το έντομο κόκκινο χρώμα της και τις άσπρες γούνινες λεπτομέρειες, για να μην κρυώνει όταν μοιράζει τα δώρα.

Όσο περνούσαν τα χρόνια ο Βασίλης μεγάλωνε και κουραζόταν όλο και περισσότερο, αφού δεν μπορούσε πια να φτιάχνει μόνος του τη λίστα με όλα τα παιδιά που τον έχουν ανάγκη και όχι μόνο αυτά, καθώς ο Βασίλης κατάλαβε ότι όλα τα παιδιά είχαν ανάγκη από λίγη μαγεία τις γιορτές, μια έκπληξη, ένα δώρο. Άρχισε λοιπόν να αφήνει μήνυμα σε όλα τα παιδιά ότι για να μπορεί να τα βρει πρέπει να αρχίσουν να του στέλνουν γράμματα! Έτσι στο όμορφο εργαστήρι δημιουργήθηκε και τμήμα αλληλογραφίας.

Ο Βασίλης πια έγινε παππούς, όμως ποτέ δεν έπαψε να κάνει τα παιδιά χαρούμενα! Χρόνο με το χρόνο όλος ο κόσμος άρχισε να λέει πως ο Βασίλης είναι άγιος άνθρωπος! Επειδή, λοιπόν, ως σήμερα χαρίζει χαμόγελα σε μικρούς και μεγάλους είναι ο αγαπημένος Άγιος στις καρδιές όλων! Όποιος πιστεύει σ’ αυτόν μπορεί να νιώσει κάτι από τη μαγεία των Χριστουγέννων!

Το μήνυμα του αγαπημένου Αγίου για τις γιορτές είναι να μοιραζόμαστε απλόχερα την αγάπη, να συγχωρούμε και να βοηθάμε τους συνανθρώπους μας, χωρίς να περιμένουμε ανταπόδοση, όπως εκείνος.